Εισήγηση Θ. Ξανθόπουλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Δράμας, Ειδικού Εισηγητή της Μειοψηφίας, στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης  για τα αναθεωρητέα άρθρα 96 παρ. 5 και 101Α του Συντάγματος

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (Ειδικός Εισηγητής της Μειοψηφίας): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Εγώ θα εισηγηθώ αμφότερα τα θέματα της σημερινής ημερήσιας διάταξης και θα αρχίσω με το 96 παράγραφος 5, για να αιτιολογήσω γιατί θέλουμε τον απογαλακτισμό της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης από την παρουσία των αμιγώς στρατιωτικών στελεχών, κάνοντας στην αρχή μια ιστορική διαδρομή.

Η Στρατιωτική Δικαιοσύνη στη μορφή που την ξέρουμε σήμερα θεωρείται κατάκτηση της ιδεολογικής έξαρσης που επέφερε στον κόσμο η Γαλλική Επανάσταση, αφού έως τότε η απονομή της δικαιοσύνης στο στράτευμα ήταν αποκλειστικά υπόθεση του ανώτερου διοικητή προς τους υπ’ αυτού διοικουμένους. Το γαλλικό μοντέλο Στρατιωτικής Δικαιοσύνης ακολουθήθηκε έκτοτε από τα περισσότερα κράτη-μέλη της διεθνούς κοινότητας με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις και η χώρα μας δεν αποτέλεσε εξαίρεση απ’ αυτήν την πρακτική, θεσπίζοντας ήδη από το 1822, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, την αυτούσια εισαγωγή των σχετικών γαλλικών στρατιωτικών ποινικών κανόνων, με σχετικό ψήφισμα της Α΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου.

Στη χώρα μας, λοιπόν, παράλληλα με τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης τακτικών στρατευμάτων κατά το πρότυπο των στρατών των ευρωπαϊκών χωρών, με κύριο μοντέλο τον γαλλικό τρόπο οργάνωσης, η συνολική εισαγωγή της στρατιωτικής γαλλικής νομοθεσίας κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου,  όπως προανάφερα, η οποία θεωρώντας αναγκαία τη -εντός εισαγωγικών- «στρατιωτική ευταξία», για να ευδοκιμήσουν τα στρατεύματα και «για να εμποδισθώσιν όσα από την αταξίαν προέρχονται κακά» προέβλεψε στο από 9-1-1822 Ψήφισμά της αφενός μεν ότι «τα στρατιωτικά εγκλήματα κρίνονται από Πολεμικό Συμβούλιο, διοριζόμενον δι’ αδείας της Διοικήσεως και η απόφασις της καταδίκης ενεργείται μετά την επικύρωση της Διοικήσεως» στο άρθρο Η΄ και αφετέρου ότι «ο Στρατιωτικός Κώδιξ της Γαλλίας, με τας αναγκαίας προσθαφαιρέσεις, ο οποίος έχει να εκτεθεί δι’ επιστασίας της Διοικήσεως, ισχύει και εις το Στρατιωτικόν της Ελλάδος.».

Το ίδιο συνεχίστηκε και στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό και την αποκατάσταση, συγκρότηση και λειτουργία του ελληνικού κράτους, άρχισαν συστηματικά να οργανώνονται τα τακτικά στρατεύματα της χώρας, οπότε ο τότε Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επειδή και πάλι δεν ήταν εύκολη η άμεση σύνταξη Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, δημοσίευσε το 1828 τον «Οργανισμό των Χιλιαρχιών», θέτοντας τη βάση μιας ατελούς, έστω, στρατιωτικής ποινικής νομοθεσίας, προβλέποντας και τη σύσταση Στρατιωτικού Δικαστηρίου και στη συνέχεια εξέδωσε το ΙΗ΄ Ψήφισμα της 21ης Δεκεμβρίου 1828, το οποίο αποτέλεσε έναν γενικό οργανικό νόμο σχετικά με τη διάρθρωση, οργάνωση και λειτουργία του Στρατεύματος, καθώς και με την κατάσταση των στελεχών του, το οποίο έθετε σε εφαρμογή τους στρατιωτικούς και ναυτικούς ποινικούς νόμους που ίσχυαν ήδη στη Γαλλία.

Όλες οι παραπάνω προσπάθειες, βέβαια, δεν φαίνεται να είχαν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού ούτε στη Γαλλία μέχρι τότε είχε διαμορφωθεί οριστικά το κείμενο του ισχύοντος στρατιωτικού ποινικού κώδικα λόγω αλλεπάλληλων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, με αποτέλεσμα η απονομή δικαιοσύνης στα ελληνικά στρατεύματα να ανάγεται κατά βάση στη διακριτική ευχέρεια κάθε φορά του διοικητή.

Τελικά, το 1860 τέθηκε σε ισχύ, αφού ψηφίστηκε από τη Βουλή και τη Γερουσία, ο πρώτος ολοκληρωμένος Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας της χώρας μας, ο οποίος αποτελούσε απομίμηση και σε πολλά σημεία ακριβή μετάφραση του Γαλλικού Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και έναν χρόνο αργότερα δημοσιεύθηκε ο νόμος περί ναυτικής ποινικής δικαιοσύνης, ο οποίος παρέπεμπε γενικά στον πρώτο, αλλά διατήρησε σε ισχύ ως προς τα κυρίως εγκλήματα τους προγενέστερους νόμους.

Αυτά τα δύο νομοθετήματα, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, ήταν προορισμένα για στρατούς εθελοντικούς της εποχής και γι’ αυτόν τον λόγο έπαψαν με την πάροδο του χρόνου να ανταποκρίνονται στις συνθήκες των εθνικών στρατών, που ήδη είχαν διαμορφωθεί και οι οποίες πρακτικές έθιγαν την ασφάλεια και την πειθαρχία τόσο από την άποψη των εγγυήσεων όσο και από την άποψη της εφαρμογής της καταστατικής λειτουργίας.

Λόγω αυτού του αδιεξόδου που είχε παρατηρηθεί, το 1936 ανατέθηκε στο Υπουργείο Ναυτικών σε τετραμελή επιτροπή να εργαστεί για τη δημιουργία ενός Κώδικος Ναυτικής Ποινικής Δικονομίας. Έτυχε επεξεργασίας, ακολούθως, από δύο ειδικές επιτροπές του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τελικώς φτάσαμε σ’ ένα corpus Στρατιωτικής Δικαιοσύνης το 1939. Το 1939 συστήνεται νέα επιτροπή και για να μην σας κάνω λεπτομερή αναφορά, αυτή κατέληξε σ’ ένα αποτέλεσμα, αλλά ατυχώς μας πρόλαβε ο πόλεμος, με αποτέλεσμα να μην τεθεί ποτέ σε ισχύ αυτή η θεσμική παρέμβαση.

Η ψήφιση του Συντάγματος του 1974 θεωρείται αναμφίβολα ότι οδήγησε αυτές τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση μεταρρύθμισης της ελληνικής Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, αφού σχετικές με αυτήν διατάξεις περιλήφθηκαν στο Ε΄ Τμήμα του Συντάγματος, στο σχετικό με τη δικαστική εξουσία.

Συγκεκριμένα, στο Δεύτερο Κεφάλαιο του Ε΄ Τμήματος με τίτλο «Οργάνωση και Δικαιοδοσία των Δικαστηρίων», ειδικότερα στο άρθρο 96, το οποίο περιέχει ρυθμίσεις για τα ποινικά δικαστήρια της χώρας, προβλέφθηκε ότι τα σχετικά με τη λειτουργία των στρατοδικείων, ναυτοδικείων και αεροδικείων, στα οποία δεν μπορούν να υπαχθούν ιδιώτες, ρυθμίζονται με ειδικούς γι’ αυτά νόμους.

Στο άρθρο 96 παράγραφος 5, στο επίδικο δηλαδή, προβλέφθηκαν για τους λειτουργούς των στρατιωτικών δικαστηρίων οι ίδιες θεμελιώδεις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, ίδιες με αυτές που περιβάλλουν και τους λειτουργούς των κοινών ποινικών διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων.

Σήμερα, στη μακρά περίοδο που μεσολάβησε από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι και τώρα ενισχύεται αυτή η τάση -σε εισαγωγικά- «απογαλακτισμού» της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης από τους καθαυτό στρατιωτικούς, ακριβώς γιατί η Στρατιωτική Δικαιοσύνη δικάζει αδικήματα τελούμενα μόνο από στρατιωτικούς, χωρίς να διαφοροποιείται σε κανένα άλλο σημείο από την απονομή της δικαιοσύνης στα υπόλοιπα πεδία της κοινωνίας. Άλλωστε, η ίδρυση Στρατιωτικής Νομικής, της ΣΣΑΣ που είπε ο κ. Λοβέρδος στην αρχή της εισήγησής του, αυτήν την ανάγκη υπηρετεί και επομένως οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, δίκην ενόρκων, δεν έχουν θέση στην έδρα του δικαστηρίου, καθόσον εξέλιπαν οι λόγοι που τους αναγόρευσαν δικαστές.

Σήμερα, λοιπόν, που οι κοινωνικο-πολιτικές αιτίες που γέννησαν τον θεσμό της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης έχουν αλλάξει άρδην και οι σύγχρονες αντιλήψεις γι’ αυτόν τον τομέα απονομής της δικαιοσύνης επηρεάστηκαν και αυτές με τη σειρά τους από την κυρίαρχη άποψη ότι ως τομέας δικαιοσύνης πρέπει να απονέμεται μόνο από δικαστές, έφτασε η ώρα να τροποποιηθεί το επίδικο άρθρο του Συντάγματος, ώστε τα στρατιωτικά δικαστήρια να συγκροτούνται από τα μέλη του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, για τα οποία μέλη πρέπει να προβλεφθούν οι ίδιες εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας με τους συναδέλφους των λοιπών δικαστηρίων.

Αυτή η ρύθμιση είναι ώριμο αίτημα της κοινωνίας, αλλά και των ίδιων των δικαστικών λειτουργών, έτσι ώστε σήμερα η αναθεωρητική διαδικασία να έχει την ευκαιρία να συγχρονίσει τον βηματισμό της με την κοινωνική ανάγκη. Στην προτεινόμενη ρύθμιση αποτυπώνεται η διαλεκτική πορεία της αποστρατιωτικοποίησης της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, ώστε να καταστεί δικαιοσύνη απονεμόμενη από δικαστές σε πολίτες που απλώς έχουν την ιδιότητα του στρατιωτικού.

Η πρότασή μας για τροποποίηση του σχετικού άρθρου λειτουργεί ακριβώς προς αυτήν την κατεύθυνση, της περιβολής δηλαδή όλων ανεξαιρέτως των συνταγματικών εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων περί αποδοχών. Εξάλλου, ο όρος «στρατιωτικός δικαστής» δεν εκφράζει τη στρατιωτική ιδιότητα του δικαστή, αλλά τον λειτουργικό ρόλο της ιδιότητας. Η ιδιότητα του δικαστή, άλλωστε, είναι εντελώς ασύμβατη με τη στρατιωτική ιδιότητα.

Η πρώτη χαρακτηρίζεται συνταγματικά από λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει ένταξη στην ιεραρχία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια πρόταση που αναβαθμίζει την εν γένει λειτουργία της δικαστικής εξουσίας, θεραπεύει μια χρόνια αδικία, αλλά έχει και μια περαιτέρω σημαντική διάσταση. Ούτε συμβολικά ούτε ουσιαστικά νοείται σ’ ένα δημοκρατικό ευρωπαϊκό κράτος να διατηρούνται οποιεσδήποτε διακρίσεις στις παρεχόμενες συνταγματικές εγγυήσεις των δικαστικών λειτουργών. Στην κατεύθυνση αυτή θεωρούμε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αναβαθμίζει την ποιότητα και το κύρος της δικαστικής λειτουργίας συνολικά, καθώς αίρει τις υπάρχουσες ανισότητες.

            Σε ό,τι αφορά το άρθρο 101Α, όντως υπάρχει μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα θεωρητική συζήτηση που επηρεάζει και αφορά μεν εμάς τους νομικούς, αλλά έχει και αντανάκλαση στην υπόλοιπη κοινωνία.

Ως εισαγωγικό θέμα θέλω να πω ότι από τους παριστάμενους κανείς μας δεν είναι φορμαλιστής. Δεν φαντάζομαι ότι κανείς μας είναι της φορμαλιστικής προσέγγισης στα ζητήματα του δικαίου. Όλοι είμαστε κατά βάση θετικιστές. Έρχεται, όμως, η πραγματικότητα να μας πει ότι και το πιο τέλειο νομοθέτημα να μπορέσουμε να επινοήσουμε, εάν δεν υπάρχει μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων η αρχή της εμπιστοσύνης, η διάθεση να συνεργήσουμε για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, δεν μπορεί να εφευρεθεί η τέλεια λύση, ανεξάρτητα από τις κατ’ ιδίαν προθέσεις της οποιασδήποτε πολιτικής δύναμης. Αυτό νομίζω ότι πρέπει να κρατήσουμε ως απόσταγμα και να μην ψάχνουμε άλλοθι στις διατάξεις τις οποίες προτείνουμε ή ψηφίζουμε για να απεμπολήσουμε την ευθύνη μας. Διότι η ευθύνη μας ως πολιτικές δυνάμεις εκλεγμένες από τους Έλληνες πολίτες, τους οποίους και εκπροσωπούμε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, είναι ακριβώς αυτή, να βάζουμε τα δυνατά μας για τη βέλτιστη λειτουργία των θεσμών, έστω και αν διαφωνούμε με τη λειτουργία τους.

            Η εμφάνιση, λοιπόν, των ανεξάρτητων αρχών θεσμοθετεί τη μεταλλαγή του ρόλου του κράτους από ένα κράτος συγκεντρωτικό και παρεμβατικό σ’ ένα κράτος αποκεντρωμένο, ρυθμιστή, επιδιαιτητή των αντιθέσεων που εκδηλώνονται στους κόλπους της κοινωνίας των πολιτών. Οι ανεξάρτητες αρχές αποτυπώνουν σε θεσμικό επίπεδο την έκρηξη της ρυθμιστικής και διοικητικής -σε εισαγωγικά- «βουλιμίας», επιχειρώντας να διασφαλίσουν μέσω της αποκέντρωσης την ευέλικτη συνεργασία ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη διοίκηση. Είναι προφανής η ομολογία της αποτυχίας της λειτουργίας της διοίκησης, όταν αναγκάζεται να εκχωρήσει τμήμα της δημόσιας εξουσίας σ’ αυτές τις αρχές, αλλά έχουμε πει ότι η ζωή είναι δύστροπη και μας αναγκάζει κάθε φορά να βρίσκουμε τα αναγκαία εργαλεία για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα.

            Σκοπός, λοιπόν, της συγκρότησης των ανεξάρτητων αρχών είναι καταρχάς η κοινωνική ρύθμιση, αλλά και η προστασία των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η ηθικοπολιτική και συνταγματική αποστολή τους έγκειται τόσο στην πραγμάτωση της αυτονομίας, δηλαδή ατομικά δικαιώματα, αυτονομία του ατόμου, όσο και του ελέγχου, δηλαδή λογοδοσία και διαφάνεια της κρατικής δράσης.

Ειπώθηκε -και δεν θα επιμείνω σ’ αυτό- ότι η δράση τους, ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών εμφανίστηκε καταρχάς στις Ηνωμένες Πολιτείες και μάλιστα εκεί θεωρούνται αυτοτελής τέταρτη εξουσία -να ένα πολύ ωραίο συνταγματικό θέμα- που δεν εντάσσεται σε καμμία από τις τρεις γνωστές. Είναι η γοητεία της νομικής επιστήμης το ότι έρχεται να καλύψει κοινωνικές ανάγκες, να τις ρυθμίσει και να τις εντάξει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Στον ηπειρωτικό ευρωπαϊκό χώρο, όμως, στη Γαλλία, οι ανεξάρτητες αρχές έρχονται στο προσκήνιο με αρκετή καχυποψία μόλις το 1950, λειτουργώντας στα πλαίσια της εκτελεστικής λειτουργίας.

            Σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο σημειώνεται εδώ και δεκαετίες η τάση να αμφισβητείται η αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας ως μόνης νόμιμης και νομιμοποιημένης πηγής καταναγκασμών. Κατά δε την Παπαδοπούλου, η προσωπική και η συλλογική αυτονομία είναι τα νομιμοποιητικά βάθρα της συνταγματικής δημοκρατίας, καθώς αποτελούν ταυτόχρονα προϋπόθεση, αλλά και περιορισμό η μία της άλλης και καταλήγουν μέσα από συνεχή διαπραγμάτευση μεταξύ των ανοικτών σε διαφορετικές ερμηνείες αρχών τους στη μορφοποίηση ενός συγκεκριμένου κάθε φορά συνθετικού σχήματος.

Ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών εισήχθη στη χώρα μας με βάση το γαλλικό πρότυπο, όμως όπως σε πολλούς εισαγόμενους θεσμούς, έτσι και στην περίπτωση των ανεξάρτητων αρχών δεν κατέστη εφικτό να λειτουργήσουν όπως στη Γαλλία ή και σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Η ελληνική πραγματικότητα της γραφειοκρατίας και των πελατειακών σχέσεων στέρησαν από τον θεσμό τον πραγματικό ανεξάρτητο χαρακτήρα του, αφού στο παρελθόν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στο έργο των αρχών δεν τους επέτρεψαν να αποκτήσουν το κύρος που τους προσέδωσε ο συνταγματικός νομοθέτης του 2001.

            Έρχομαι στο τελευταίο τμήμα, στον επίλογο της εισήγησής μου. Από τη μία, λοιπόν, έχουμε ανεξάρτητες αρχές που έχουν όσα το Σύνταγμα προβλέπει, δηλαδή ορισμένη θητεία και προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία και από την άλλη, τη δυνατότητα κυβερνητικών παρεμβάσεων, ήτοι μια απόλυτη αντίφαση. Ο τρόπος επιλογής των μελών γίνεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Σε πλείστες δε εκ των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών οι διοικήσεις διορίζονται απευθείας από την κυβέρνηση και αυτό αρκεί για να κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στον ρόλο που αυτές επιτελούν.

Έτσι, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος και ο χαρακτήρας των ανεξάρτητων αρχών και να αποκατασταθεί πλήρως ο ιδρυτικός τους ρόλος, που δεν είναι άλλος από την άσκηση εποπτείας ευαίσθητων τομέων της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής και της διασφάλισης της νομιμότητας και της προστασίας των πολιτών, είναι απαραίτητο οι αρχές να διοικούνται από πρόσωπα που επιλέγονται μέσα από μια επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων.

            Είδαμε την κωλυσιεργία που κυριάρχησε στην επιλογή της διοίκησης του ΕΣΡ. Αποτελεί τραυματική εμπειρία για το πολιτικό σύστημα αφενός και αφετέρου η επιμονή των υπευθύνων να βρεθεί λύση έστω με τέσσερα πέμπτα στο τέλος απέδωσε καρπούς.

            Θέλω, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, να πω ότι ναι μεν η πρότασή μας, όπως έχει κατατεθεί, είναι στα τρία πέμπτα, αλλά και τα τέσσερα πέμπτα ως εμβρυουλκός ευρύτερων συναινέσεων και ως ένας εξαναγκαστικός τρόπος να βρεθεί μια λύση δεν είναι πια μακριά από τη δική μας προβληματική. Είναι ένα βήμα που κάναμε για να βρεθούν συναινέσεις στο κομμάτι αυτό και θέλω το Σώμα να το λάβει πολύ σοβαρά υπόψη.

            Τέλος, πέραν των ανεξάρτητων αρχών που καθιερώθηκαν με την Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, στη χώρα μας λειτουργούν σήμερα πλέον των τριάντα αρχών, οι οποίες ιδρύθηκαν εκτός των συνταγματικώς προβλεπόμενων αρχών, γεγονός που δεν αποτελεί εχέγγυο του ανεξάρτητου χαρακτήρα τους, τον οποίο οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Ο μόνος τρόπος είναι ο ιδρυτικός τους νόμος να ψηφίζεται από τη Βουλή ως δικλείδα ασφαλείας στο φαινόμενο του ανεξάρτητου πολλαπλασιασμού τους. Με την πρότασή μας σε καμία περίπτωση δεν θίγονται οι υφιστάμενες αρχές που έχουν ιδρυθεί με νόμο προγενέστερο από τη διάταξη. Σκοπεύει, όμως, η πρότασή μας να βάλει φρένο στην αλόγιστη ίδρυση ανεξάρτητων αρχών με νόμο και χωρίς συνταγματική πρόβλεψη, που είναι και ο μόνος τρόπος για να άρει τις όποιες αμφιβολίες σχετικά με την εκχώρηση εκτελεστικών εξουσιών σε ανεξάρτητες αρχές.

            Συμπερασματικά, οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της προάσπισης των συμφερόντων του συνόλου της κοινωνίας από τα όργανα της πολιτείας που είναι φορείς εξουσίας αντανακλώνται εντόνως στις θέσεις μας περί αναθεώρησης του άρθρου 101Α του Συντάγματος και προτείνουμε μια αναδιάρθρωση του τρόπου ίδρυσης, λειτουργίας και ελέγχου των αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών βασισμένη σε διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες, με στόχο την εξάλειψη εξωγενών παρεμβάσεων και πρακτικών διαπλοκής που προφανώς προσβάλλουν το δημόσιο συμφέρον. Έχει κατατεθεί γραπτώς και λεπτομερώς η πρότασή μας και καλούμε το Σώμα να σκεφτεί και να προβληματιστεί πάνω σ’ αυτήν μας την πρόταση.

«Καταθέτω στα Πρακτικά την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση των άρθρων 96 § 5 & 101Α, που έχουν ως εξής: 

άρθρο 96 παρ. 5

«5. Τα στρατιωτικά δικαστήρια του στοιχείου α’ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με άπασες τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας   των λοιπών τακτικών δικαστικών λειτουργών. Νόμος ορίζει την βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού  σώματος ενόπλων δυνάμεων με τους λοιπούς τακτικούς δικαστικούς  λειτουργούς, τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος αυτού, των  πειθαρχικών συμβουλίων του και τα της επιθεώρησης. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 εφαρμόζεται και στην περίπτωση της θητείας του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.

άρθρο 101Α

1. Στο τέλος της παραγράφου 1 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Ανεξάρτητες αρχές που δεν προβλέπονται στο Σύνταγμα ιδρύονται μόνο με νόμο που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγει αρχές που έχουν ιδρυθεί πριν από τη θέση της σε ισχύ».

2. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της».

3. Στην αρχή της παραγράφου 3 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανεξάρτητες αρχές υπόκεινται στον έλεγχο της Βουλής για πράξεις ή παραλείψεις τους».

                                                                    Ο Ειδικός Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ

                                                                           Θεόφιλος Ξανθόπουλος

                                                                                Βουλευτής Δράμας