“Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι μια τυπική διακήρυξη, αλλά ένα ουσιαστικό αίτημα. Ένα διαρκές ζητούμενο, ποτέ δεδομένη. Και σε τούτο μοιάζει με την Ελευθερία, ίσως και να ταυτίζεται”, τόνισε ο τομεάρχης Δικαιοσύνης της Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, βουλευτής Δράμας Θ. Ξανθόπουλος, στον χαιρετισμό που απη΄ύθυνε στην ετήσια Γενική Συνέλευση της Ενωσης Διοικητικών Δικαστών. “Αλλά και σεις οι ίδιοι οι Δικαστικοί Λειτουργοί οφείλετε στους εαυτούς σας, αλλά και στην Κοινωνία, να επανανοηματοδοτήσετε το Δικαστικό ήθος, στο οποίο συναιρούνται ατομικές ιδιότητες και συλλογική συνείδηση”, πρόσθεσε.

Ο κ. Ξανθόπουλος αναφέρθηκε επίσης στις σύγχρονες προκλήσεις της δικαιοσύνης, όπως ο αναγκαίος ψηφιακός μετασχηματισμός και τις πρωτοβουλίες της κυβερνησης ΣΥΡΙΖΑ με τα Ολοκληρωμένα Συστ΄ήματα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων που πρέπει όμως να προχωρήσουν πιό γρήγορα και τα προβλήματα υποστελέχωσης όσον αφορά τους δικαστικους υπαλλήλους και τη προκήρυξη 1.000 προσλήψεων εν μέσω μνημονίων, που όμως δεν έχουν υλοποιηθεί. Οπως είπε, “οι καθυστερήσεις στην απονομή της μειώνουν το κύρος της δικαιοσύνης και την καθιστούν έως και αναποτελεσματική και για το θέμα αυτό, που αποτελεί χρόνια παθογένεια, απαιτείται συναίνεση, μακροχρόνιος σχεδιασμός και ενίσχυση με επί πλέον πόρους, υλικούς και ανθρώπινους.  Περαιτέρω όμως, απαιτείται και διαφορετική αντιμετώπιση των λειτουργών της από την Πολιτεία. Αντιμετώπιση που ξεκινά από την θεσμική συνεργασία με τους εκπροσώπους των Δικαστών & Εισαγγελέων και φθάνει μέχρι και την αντιμετώπιση των επί μέρους προβλημάτων”.

Οσον αφορά την αντιμετώπιση των προβλημάτων της Διοικητικης Δικαιοσύνης, υπογράμμισε ότι απαιτείται ένας σοβαρός θεσμικός διάλογος μεταξύ του υπουργείου Δικαιοσύνης και όλων των εμπλεκομενων φορέων για την αναμόρφωση του δικονομικού πλαισίου λειτουργίας των διοικητικών δικαστηρίων, τη σοβαρή υλικοτεχνική υποστήριξη των δικαστικών σχηματισμών, την αναδιάρθρωση στο κανονιστικό πλαίσιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και την επιτάχυνση του χρόνου απονομής διοικητικής δικαιοσύνης, αντί αποσπασπατικές παρεμβάσεις, παράλληλους μονολόγους και απρόσφορες οργανωτικές αναδιατάξεις.

Ακολουθεί ολόκληρη το κείμενο του χαιρετισμού:

Προσέρχομαι στην Γενική σας Συνέλευση πρωτίστως ως μέλος της Κοινωνίας των Νομικών και δευτερευόντως ως Τομεάρχης Δικ/νης του ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. Και γνωρίζω πολύ καλά και από προσωπική εμπειρία, καθόσον έχω θητεύσει επί σχεδόν 40 έτη ως δικηγόρος, εκ των οποίων τα εννέα από αυτά Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας, τόσο τις δυσκολίες όσο και την σημασία της απρόσκοπτης λειτουργίας της Δικ/νης. Κατά την κλασσική διάκριση η δικ/νη αποτελεί μία από τις τρεις εξουσίες της σύγχρονης Πολιτείας, η οποία Δικ/νη βρίσκεται μεν σε μία διαλεκτική σχέση με τις άλλες δύο εξουσίες, πλην όμως οφείλει να παραμένει ανεξάρτητη απ’ αυτές.

Συνολικά ο Τομέας της Δικ/νης αποτελεί έναν εξαιρετικά κρίσιμο δείκτη Κοινωνικής Προόδου & Εξέλιξης. Και σε ένα ευνομούμενο Κράτος η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητη αλλά όχι ανεπηρέαστη από τις Κοινωνικές και Πολιτικές αντιπαραθέσεις. Γι’ αυτό και χρειάζεται τον σεβασμό και το ενδιαφέρον της Πολιτείας και απαιτεί συνθέσεις και συγκλίσεις από τις Πολιτικές Δυνάμεις. Αλλά και σεις οι ίδιοι οι Δικαστικοί Λειτουργοί οφείλετε στους εαυτούς σας, αλλά και στην Κοινωνία, να επανανοηματοδοτήσετε το Δικαστικό ήθος, στο οποίο συναιρούνται ατομικές ιδιότητες και συλλογική συνείδηση. Και πιστεύω ότι η σημερινή διαδικασία είναι ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αυτό, που σήμερα συνομολογούμε, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν υπήρξε πάντοτε αυτονόητο. Χρειάστηκαν αγώνες για να επιτευχθεί. Μέχρι τη μεταπολίτευση, η ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης σημαδεύτηκε από διαδοχικές παρεμβάσεις και υπονόμευση της ανεξαρτησίας της.

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Η δικαιοσύνη δεν είναι έξω και πάνω από την κοινωνία και την πολιτεία, αλλά αναπόσπαστο τμήμα τους. Μοιραία, η πολυτάραχη πολιτική ιστορία μας τέμνει τη Δικ/νη και οι αλλεπάλληλες πολιτειακές εκτροπές που γνώρισε ο τόπος, αντανακλούν και στην ιστορία της. Τεσσεράμισι δεκαετίες πολιτειακής ομαλότητας μάς επιτρέπουν την αισιοδοξία ότι όλα αυτά τα έχουμε πια αφήσει πίσω μας.  

Αυτό δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι μια τυπική διακήρυξη, αλλά ένα ουσιαστικό αίτημα. Ένα διαρκές ζητούμενο, ποτέ δεδομένη. Και σε τούτο μοιάζει με την Ελευθερία, ίσως και να ταυτίζεται.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε ως Κοινωνία διαθλώνται και στην Δικαιοσύνη. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της είναι αναγκαίος. Αυτό αποτέλεσε πρωταρχική επιλογή για την Κυβέρνησή μας με την λειτουργία των Ολοκληρωμένων Συστημάτων Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων σε 3 Πρωτ/κεία σε αρχικό στάδιο, το οποίο η νυν Κυβέρνηση οφείλει να διευρύνει. Η υποστελέχωσή της αποτελεί βαρίδιο  και για την αντιμετώπισή της προκηρύξαμε περίπου 1.000 προσλήψεις δικ. Υπαλλήλων και μάλιστα εν μέσω μνημονιακών υποχρεώσεων.  Τέλος, οι καθυστερήσεις στην απονομή της μειώνουν το κύρος της και την καθιστούν έως και αναποτελεσματική και για το θέμα αυτό, που αποτελεί χρόνια παθογένεια, απαιτείται συναίνεση, μακροχρόνιος σχεδιασμός και ενίσχυση με επί πλέον πόρους, υλικούς και ανθρώπινους.  Περαιτέρω όμως, απαιτείται και διαφορετική αντιμετώπιση των λειτουργών της από την Πολιτεία. Αντιμετώπιση που ξεκινά από την θεσμική συνεργασία με τους εκπροσώπους των Δικαστών & Εισαγγελέων και φθάνει μέχρι και την αντιμετώπιση των επί μέρους προβλημάτων.  Πιστεύω, όπως προανέφερα, ότι η σημερινή σας Γενική Συνέλευση θα στηριχθεί στις πάγιες Αρχές και Αξίες της Ένωσής σας, θα αφουγκρασθεί και θα εκφράσει την αγωνία των μελών της και θα αποτελέσει ένα βήμα ανταλλαγής απόψεων και θέσεων για το μέλλον της Δικαιοσύνης στη χώρα μας.

Το τελευταίο διάστημα η Διοικητική Δικ/νη βρέθηκε στο επίκεντρο. Τα προβλήματα που αφορούν στη διοικητική δίκη απαιτούν σφαιρική  αντιμετώπιση και συνολική προσέγγιση. Δεν χωρούν αποσπασματικές λύσεις και παρεμβάσεις μόνο διοικητικού χαρακτήρα. Απαιτείται αναμόρφωση του δικονομικού πλαισίου λειτουργίας των διοικητικών δικαστηρίων, σοβαρή υλικοτεχνική υποστήριξη των δικαστικών σχηματισμών, αναδιάρθρωση στο κανονιστικό πλαίσιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών, επιτάχυνση του χρόνου απονομής διοικητικής δικαιοσύνης και όχι μόνο απρόσφορες οργανωτικές αναδιατάξεις.

Στα πλαίσια αυτά, απαιτείται σοβαρός διάλογος, με πρωτοβουλία και ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όλων των εμπλεκομένων φορέων (δικαστικοί λειτουργοί, Διοικήσεις δικαστικών σχηματισμών, Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Δικηγορικοί Σύλλογοι, Δικαστικές Ενώσεις ΣτΕ και Διοικητικών Δικαστηρίων, δικαστικοί υπάλληλοι) και όχι παράλληλοι μονόλογοι ή μεμονωμένες & αποσπασματικές προτάσεις, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Στην προσπάθεια αυτή, ως ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. θα προσέλθουμε με διάθεση συμβολής και πρόθεση συναίνεσης.

Επιτρέψτε μου, κλείνοντας, να εισφέρω τηλεγραφικά δύο σκέψεις.

Πρώτον, στην πορεία της ιστορίας της, η ελληνική δικαιοσύνη διεκδικούσε από την πολιτική εξουσία την επίλυση προβλημάτων και την αντιμετώπιση παθογενειών. Νομίζω πως πλέον έχει φτάσει σε βαθμό θεσμικής ωριμότητας τέτοιον, που της επιτρέπει να αναλάβει και η ίδια αυτοτελώς πρωτοβουλίες για τα του οίκου της. Το απαιτούν οι καιροί, το επιβάλει η κοινωνική εξέλιξη.

Δεύτερον, το μεγάλο πρόβλημα της δικαιοσύνης υπήρξαν διαχρονικά οι παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας στην ανεξαρτησία της. Νομίζω πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται πλέον από τις ιδιωτικές εξουσίες, ιδίως την οικονομική και τη μιντιακή. Που, όμως, απειλούν εξίσου και τις υπόλοιπες κρατικές λειτουργίες. Το στοίχημα για τη δικαιοσύνη –και γενικότερα για την κρατική εξουσία– στα χρόνια που έρχονται θα είναι να υπερασπιστεί επιτυχώς το δημόσιο χώρο και τα δημόσια αγαθά από την επέλαση αδηφάγων ιδιωτικών συμφερόντων. Σάς αφορά και ως Δικαστές ατομικά αλλά και ως Σώμα.

Αυτό το στοίχημα οφείλουμε ως συντεταγμένη Πολιτεία αλλά και ως Πολίτες να το κερδίσουμε. Και ελπίζω ότι η σημερινή διαδικασία θα αποτελέσει ένα θαρραλέο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.